Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fertile
01
γόνιμος, παραγωγικός
qui produit beaucoup de végétation ou de récoltes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus fertile
συγκριτικός βαθμός
plus fertile
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fertile
αρσενικό πληθυντικό
fertiles
θηλυκό ενικό
fertile
θηλυκό πληθυντικό
fertiles
Παραδείγματα
Son imagination fertile inspire tous ses romans.
Η γόνιμη φαντασία του εμπνέει όλα τα μυθιστορήματά του.
02
δημιουργικός, γόνιμος
qui a une grande capacité à créer ou inventer
Παραδείγματα
Son intelligence fertile l' aide à résoudre des problèmes complexes.
Η γόνιμη νοημοσύνη του τον βοηθά να λύνει πολύπλοκα προβλήματα.
03
γόνιμος, καρποφόρος
qui produit abondamment ou qui est riche en possibilités
Παραδείγματα
Le débat fut fertile en propositions intéressantes.
Η συζήτηση ήταν γόνιμη σε ενδιαφέρουσες προτάσεις.



























