Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fertile
01
γόνιμος, παραγωγικός
qui produit beaucoup de végétation ou de récoltes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus fertile
συγκριτικός βαθμός
plus fertile
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fertile
αρσενικό πληθυντικό
fertiles
θηλυκό ενικό
fertile
θηλυκό πληθυντικό
fertiles
Παραδείγματα
La vallée du Nil est une région très fertile.
Η κοιλάδα του Νείλου είναι μια πολύ γόνιμη περιοχή.
02
δημιουργικός, γόνιμος
qui a une grande capacité à créer ou inventer
Παραδείγματα
Son esprit fertile trouve toujours des solutions originales.
Το γόνιμο μυαλό του βρίσκει πάντα πρωτότυπες λύσεις.
03
γόνιμος, καρποφόρος
qui produit abondamment ou qui est riche en possibilités
Παραδείγματα
Cette collaboration a été fertile en innovations.
Αυτή η συνεργασία ήταν γόνιμη σε καινοτομίες.



























