feindre
feindre
fɛ̃:dʁ
fedr
fendre

Ορισμός και σημασία του "feindre"στα γαλλικά

feindre
01

προσποιούμαι, πλασάρω

faire semblant de ressentir ou de faire quelque chose 
feindre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
feins
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
feignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
feindrai
ενεστώτα μετοχή
feignant
παθητική μετοχή
feint
α΄ πληθυντικό παρατατικού
feignions
Παραδείγματα
Il feint l'ignorance pour ne pas répondre. 

Προσποιείται άγνοια για να μην απαντήσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store