Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
feindre
01
προσποιούμαι, πλασάρω
faire semblant de ressentir ou de faire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
feins
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
feignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
feindrai
ενεστώτα μετοχή
feignant
παθητική μετοχή
feint
α΄ πληθυντικό παρατατικού
feignions
Παραδείγματα
Elle feignait l' enthousiasme pour ne pas décevoir ses amis.
Προσποιήθηκε ενθουσιασμό για να μην απογοητεύσει τους φίλους της.



























