Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La faute
01
λάθος, σφάλμα
erreur ou action incorrecte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fautes
Παραδείγματα
C'est ma faute, je suis désolé.
Είναι δικό μου λάθος, συγγνώμη.
02
παράβαση, παρανομία
action contraire aux règles établies
Παραδείγματα
Une faute de conduite entraîne une amende.
Ένα αδίκημα οδήγησης επιφέρει πρόστιμο.
03
αμέλεια, παράλειψη
manquement à une obligation ou responsabilité
Παραδείγματα
C'est de sa faute si le projet a échoué.
Είναι υπαιτιότητά του αν το έργο απέτυχε.
04
αμαρτία, λάθος
action moralement répréhensible
Παραδείγματα
Mentir est une faute grave dans leur religion.
Το ψέμα είναι ένα σοβαρό αμάρτημα στη θρησκεία τους.



























