fascinant
Pronunciation
/fasinɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "fascinant"στα γαλλικά

01

γοητευτικός, συναρπαστικός

qui attire fortement l'attention ou l'admiration, captivant
fascinant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus fascinant
συγκριτικός βαθμός
plus fascinant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fascinant
αρσενικό πληθυντικό
fascinants
θηλυκό ενικό
fascinante
θηλυκό πληθυντικό
fascinantes
Παραδείγματα
Son discours était fascinant et a captivé tout le public.
Η ομιλία του ήταν γοητευτική και συνεπήρε όλο το κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store