Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La farine
[gender: feminine]
01
αλεύρι, σκόνη από αλεσμένους κόκκους
poudre obtenue en broyant des grains, utilisée pour cuisiner ou faire du pain et des pâtisseries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La farine complète est plus nutritive que la farine blanche.
Το αλεύρι ολικής άλεσης είναι πιο θρεπτικό από το λευκό αλεύρι.



























