Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
farcir
01
γεμίζω, στιβάζω
remplir l'intérieur d'un aliment (souvent viande, poisson ou légume) avec une préparation, une farce ou des ingrédients variés avant cuisson
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
farcis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
farcissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
farcirai
παθητική μετοχή
farci
α΄ πληθυντικό παρατατικού
farcissions
Παραδείγματα
Elle farcit le poulet avec des herbes et des légumes.
Αυτή γεμίζει το κοτόπουλο με βότανα και λαχανικά.
02
γεμίζω, στουπώνω
emplir un objet, un récipient ou autre chose avec quelque chose, souvent jusqu'à ce qu'il soit bien rempli
Παραδείγματα
Elle farcit les coussins avec du duvet.
Γεμίζει τα μαξιλάρια με πούπουλο.



























