farineux
farineux
faʁinø
farineu
faramineux

Ορισμός και σημασία του "farineux"στα γαλλικά

01

αλευρώδης, αλευράτος

qui a la consistance ou l'apparence de la farine 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus farineux
συγκριτικός βαθμός
plus farineux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
farineux
αρσενικό πληθυντικό
farineux
θηλυκό ενικό
farineuse
θηλυκό πληθυντικό
farineuses
θεματικό πεδίο
texture, alimentation, consistance
Παραδείγματα
Le pain était trop farineux pour être agréable. 

Το ψωμί ήταν πολύ αλευρώδες για να είναι ευχάριστο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store