exécuter
exé
ɛgze
egze
cu
ky
ky
ter
te
te
relâcherorchidéesinistrélucidité

Ορισμός και σημασία του "exécuter"στα γαλλικά

exécuter
01

εκτελώ, παίζω

jouer un morceau de musique sur un instrument 
exécuter definition and meaning
Παραδείγματα
Il exécute un morceau de piano avec beaucoup de talent. 

Εκτελεί ένα κομμάτι πιάνου με μεγάλο ταλέντο.

02

εκτελώ, εκπληρώνω

suivre et accomplir ce qui a été demandé ou ordonné 
exécuter definition and meaning
Παραδείγματα
Il exécute les ordres de son supérieur. 

Εκτελεί τις εντολές του ανωτέρου του.

03

εκτελώ, πραγματοποιώ

réaliser ou accomplir une tâche ou un projet 
exécuter definition and meaning
Παραδείγματα
Il exécute le projet avec beaucoup de soin. 

Εκτελεί το έργο με μεγάλη προσοχή.

04

εκτελώ

mettre à mort quelqu'un conformément à une condamnation légale 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exécute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exécutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exécuterai
ενεστώτα μετοχή
exécutant
παθητική μετοχή
exécuté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exécutions
Παραδείγματα
Le prisonnier a été exécuté selon la loi. 

Ο κρατούμενος εκτελέστηκε σύμφωνα με το νόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store