Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exécuter
01
εκτελώ, παίζω
jouer un morceau de musique sur un instrument
Παραδείγματα
Elle exécute chaque note avec précision et émotion.
Εκτελεί κάθε νότα με ακρίβεια και συναίσθημα.
02
εκτελώ, εκπληρώνω
suivre et accomplir ce qui a été demandé ou ordonné
Παραδείγματα
Il exécute toujours ce qu' on lui demande.
Πάντα εκτελεί ό,τι του ζητείται.
03
εκτελώ, πραγματοποιώ
réaliser ou accomplir une tâche ou un projet
Παραδείγματα
L' équipe a exécuté le travail selon les instructions.
Η ομάδα εκτέλεσε την εργασία σύμφωνα με τις οδηγίες.
04
εκτελώ
mettre à mort quelqu'un conformément à une condamnation légale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exécute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exécutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exécuterai
ενεστώτα μετοχή
exécutant
παθητική μετοχή
exécuté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exécutions
Παραδείγματα
La sentence a été exécutée sans délai.
Η ποινή εκτελέστηκε χωρίς καθυστέρηση.



























