extérioriser
Pronunciation
/ɛksteʁjɔʁizˈe/

Ορισμός και σημασία του "extérioriser"στα γαλλικά

extérioriser
01

εκδηλώνω, εκφράζω

montrer ou exprimer ce que l'on ressent à l'intérieur
extérioriser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
extériorise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
extériorisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
extérioriserai
ενεστώτα μετοχή
extériorisant
παθητική μετοχή
extériorisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
extériorisions
Παραδείγματα
Il extériorise son enthousiasme pour le projet.
Εξωτερικεύει τον ενθουσιασμό του για το έργο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store