Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extérioriser
01
εκδηλώνω, εκφράζω
montrer ou exprimer ce que l'on ressent à l'intérieur
Παραδείγματα
Il extériorise son enthousiasme pour le projet.
Εξωτερικεύει τον ενθουσιασμό του για το έργο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εκδηλώνω, εκφράζω