Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extérioriser
01
εκδηλώνω, εκφράζω
montrer ou exprimer ce que l'on ressent à l'intérieur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
extériorise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
extériorisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
extérioriserai
ενεστώτα μετοχή
extériorisant
παθητική μετοχή
extériorisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
extériorisions
Παραδείγματα
Il extériorise son enthousiasme pour le projet.
Εξωτερικεύει τον ενθουσιασμό του για το έργο.



























