extrême
ex
ɛks
eks
trême
tʁɛm
trem

Ορισμός και σημασία του "extrême"στα γαλλικά

01

ακραίος, υπερβολικός

qui atteint un niveau très élevé ou intense 
extrême definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus extrême
συγκριτικός βαθμός
plus extrême
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
extrême
αρσενικό πληθυντικό
extrêmes
θηλυκό ενικό
extrême
θηλυκό πληθυντικό
extrêmes
Παραδείγματα
Elle a ressenti une fatigue extrême après la course. 

Ένιωσε ακραία κούραση μετά τον αγώνα.

02

υπερβολικός, ριζοσπαστικός

qui est excessif ou radical dans son comportement ou ses idées 
extrême definition and meaning
Παραδείγματα
Sa réaction était vraiment extrême. 

Η αντίδρασή του ήταν πραγματικά ακραία.

03

πιο μακρινός, ακραίος

qui se trouve à l'un des points les plus éloignés d'un ensemble 
Παραδείγματα
La ville est située à l'extrême sud du pays. 

Η πόλη βρίσκεται στο άκρο νότο της χώρας.

01

ακραίο, όριο

un point ou un état très éloigné de la moyenne, d'un côté ou de l'autre 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
extrêmes
Παραδείγματα
Il passe d'un extrême à l'autre sans transition. 

Περνάει από το ένα άκρο στο άλλο χωρίς μετάβαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store