Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extravagant
01
εκκεντρικός, υπερβολικός
qui dépasse les limites de la raison ou du bon goût par son excès
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus extravagant
συγκριτικός βαθμός
plus extravagant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
extravagant
αρσενικό πληθυντικό
extravagants
θηλυκό ενικό
extravagante
θηλυκό πληθυντικό
extravagantes
Παραδείγματα
Une fête extravagante avec des feux d' artifice et des fontaines de champagne.
Μια εκκεντρική γιορτή με πυροτεχνήματα και σιντριβάνια σαμπάνιας.
Λεξικό Δέντρο
extravagant
extravag



























