Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
expérimental
01
πειραματικός, πρακτικός
qui se rapporte à l'expérience pratique ou à l'expérimentation sur le terrain
Παραδείγματα
Cette méthode expérimentale a été appliquée sur le terrain.
Αυτή η πειραματική μέθοδος εφαρμόστηκε στο πεδίο.
02
πειραματικός, δοκιμαστικός
qui est réalisé dans le cadre d'une expérience, pour tester ou observer quelque chose
Παραδείγματα
Un essai expérimental a été organisé pour évaluer la nouvelle technique.
Οργανώθηκε μια πειραματική δοκιμή για την αξιολόγηση της νέας τεχνικής.



























