l'expéditeur
Pronunciation
/ɛkspeditœʀ/

Ορισμός και σημασία του "expéditeur"στα γαλλικά

L'expéditeur
[gender: masculine]
01

αποστολέας, αποστολέας

personne qui envoie une lettre, un colis ou un message
l'expéditeur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
expéditeurs
Παραδείγματα
L' expéditeur a demandé une confirmation de réception.
Ο αποστολέας ζήτησε επιβεβαίωση παραλαβής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store