Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
explorer
01
εξερευνώ
chercher à connaître un lieu ou une chose en y allant et en l'observant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
explore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
explorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
explorerai
ενεστώτα μετοχή
explorant
παθητική μετοχή
exploré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
explorions
Παραδείγματα
Les scientifiques vont explorer la forêt tropicale.
Οι επιστήμονες πρόκειται να εξερευνήσουν το τροπικό δάσος.
02
εξερευνώ, αναζητώ
chercher quelque chose en regardant attentivement ou en se déplaçant
Παραδείγματα
Ils vont explorer la maison à la recherche d'indices.
Πρόκειται να εξερευνήσουν το σπίτι για να βρουν στοιχεία.



























