Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
explorer
01
εξερευνώ
chercher à connaître un lieu ou une chose en y allant et en l'observant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
explore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
explorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
explorerai
ενεστώτα μετοχή
explorant
παθητική μετοχή
exploré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
explorions
Παραδείγματα
Elle veut explorer toutes les options possibles.
Θέλει να εξερευνήσει όλες τις πιθανές επιλογές.
02
εξερευνώ, αναζητώ
chercher quelque chose en regardant attentivement ou en se déplaçant
Παραδείγματα
Les enfants aiment explorer le parc près de chez eux.
Τα παιδιά αγαπούν να εξερευνούν το πάρκο κοντά στο σπίτι τους.



























