expliquer
exp
ɛksp
eksp
li
li
li
quer
ke
ke

Ορισμός και σημασία του "expliquer"στα γαλλικά

expliquer
01

εξηγώ

rendre quelque chose clair ou compréhensible pour quelqu'un 
expliquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
explique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
expliquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
expliquerai
ενεστώτα μετοχή
expliquant
παθητική μετοχή
expliqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
expliquions
Παραδείγματα
Le professeur explique la leçon aux élèves. 

Ο δάσκαλος εξηγεί το μάθημα στους μαθητές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store