expliquer
Pronunciation
/ɛksplike/

Ορισμός και σημασία του "expliquer"στα γαλλικά

expliquer
01

εξηγώ

rendre quelque chose clair ou compréhensible pour quelqu'un
expliquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
explique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
expliquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
expliquerai
ενεστώτα μετοχή
expliquant
παθητική μετοχή
expliqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
expliquions
Παραδείγματα
Le guide explique l' histoire du monument aux touristes.
Εξηγώ βοηθά να διευκρινιστεί η ιστορία του μνημείου στους τουρίστες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store