Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
expliquer
01
εξηγώ
rendre quelque chose clair ou compréhensible pour quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
explique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
expliquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
expliquerai
ενεστώτα μετοχή
expliquant
παθητική μετοχή
expliqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
expliquions
Παραδείγματα
Le guide explique l' histoire du monument aux touristes.
Εξηγώ βοηθά να διευκρινιστεί η ιστορία του μνημείου στους τουρίστες.



























