exigu
exigu

Ορισμός και σημασία του "exigu"στα γαλλικά

01

στενός, μικρός

qui est très petit, insuffisant ou étroit, notamment pour un espace, une pièce ou un endroit 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus exigu
συγκριτικός βαθμός
plus exigu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exigu
αρσενικό πληθυντικό
exigus
θηλυκό ενικό
exiguë
θηλυκό πληθυντικό
exiguës
Παραδείγματα
L'appartement est exigu mais fonctionnel. 

Το διαμέρισμα είναι στενό αλλά λειτουργικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store