Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'exclusivité
01
αποκλειστικότητα, αποκλειστικό δικαίωμα
situation dans laquelle une personne ou une entreprise est la seule à pouvoir vendre, diffuser ou exploiter quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
exclusivités
Παραδείγματα
L' exclusivité de ce partenariat assure un avantage concurrentiel à l' entreprise.
Η αποκλειστικότητα αυτής της συνεργασίας εξασφαλίζει ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην εταιρεία.
02
αποκλειστικό προϊόν, αποκλειστικό άρθρο
article, marchandise ou service qui est proposé par un seul vendeur ou à un seul endroit, ce qui le rend unique ou rare
Παραδείγματα
Les sneakers sont vendues en exclusivité dans la boutique en ligne.
Τα παπούτσια αθλητισμού πωλούνται αποκλειστικά στο ηλεκτρονικό κατάστημα.



























