Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exclusif
01
αποκλειστικός, καταλληλότερος
réservé à une personne, un groupe ou un usage particulier
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus exclusif
συγκριτικός βαθμός
plus exclusif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exclusif
αρσενικό πληθυντικό
exclusifs
θηλυκό ενικό
exclusive
θηλυκό πληθυντικό
exclusives
Παραδείγματα
Il possède une maison dans un quartier exclusif.
Κατέχει ένα σπίτι σε μια αποκλειστική γειτονιά.



























