Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
excité
01
ενθουσιασμένος, εξιταρισμένος
qui ressent beaucoup d'enthousiasme ou d'agitation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus excité
συγκριτικός βαθμός
plus excité
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
excité
αρσενικό πληθυντικό
excités
θηλυκό ενικό
excitée
θηλυκό πληθυντικό
excitées
Παραδείγματα
Nous étions excités de participer au concours.
Ήμασταν ενθουσιασμένοι που συμμετείχαμε στον διαγωνισμό.



























