l'essor
e
ɛ
e
ssor
sɔʁ
sawr

Ορισμός και σημασία του "essor"στα γαλλικά

01

πτήση, ανάταση

action de s'élancer dans les airs, vol (surtout pour les oiseaux ou en style figuré) 
l'essor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'aigle prend son essor au-dessus des montagnes. 

Ο αετός κάνει την πτήση του πάνω από τα βουνά.

02

ανάπτυξη, άνοδος

développement rapide et important dans un domaine 
l'essor definition and meaning
Παραδείγματα
L'essor de la technologie a transformé notre quotidien. 

Η άνοδος της τεχνολογίας έχει μεταμορφώσει την καθημερινή μας ζωή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store