Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'essor
01
πτήση, ανάταση
action de s'élancer dans les airs, vol (surtout pour les oiseaux ou en style figuré)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'aigle prend son essor au-dessus des montagnes.
Ο αετός κάνει την πτήση του πάνω από τα βουνά.
02
ανάπτυξη, άνοδος
développement rapide et important dans un domaine
Παραδείγματα
L'essor de la technologie a transformé notre quotidien.
Η άνοδος της τεχνολογίας έχει μεταμορφώσει την καθημερινή μας ζωή.



























