Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'espérance
01
ελπίδα, προσδοκία
sentiment ou attente positive qu'un événement favorable se produise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'espérance de retrouver son ami disparu le réconforte.
Η ελπίδα να βρει τον αγνοούμενο φίλο του τον παρηγορεί.



























