Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'espérance
01
ελπίδα, προσδοκία
sentiment ou attente positive qu'un événement favorable se produise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' espérance des habitants repose sur les élections prochaines.
Η ελπίδα των κατοίκων βασίζεται στις επερχόμενες εκλογές.



























