l'espièglerie
Pronunciation
/ɛspjɛɡləʁˈi/

Ορισμός και σημασία του "espièglerie"στα γαλλικά

L'espièglerie
01

αταξία

comportement malicieux ou joueur
l'espièglerie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
espiègleries
Παραδείγματα
L' espièglerie de ce petit garçon fait rire tout le monde.
Η αταξία αυτού του μικρού αγοριού κάνει όλους να γελούν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store