l'espoir
espoir
ɛspwaʁ
espvar

Ορισμός και σημασία του "espoir"στα γαλλικά

01

ελπίδα, ελπίδα

sentiment d'attendre quelque chose de positif 
l'espoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
J'ai beaucoup d'espoir pour l'avenir. 

Έχω πολλή ελπίδα για το μέλλον.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store