l'envie
envie
ɑ̃vi
aavi

Ορισμός και σημασία του "envie"στα γαλλικά

01

ζήλεια, φθόνος

sentiment de vouloir ce que possède autrui, souvent avec mécontentement ou regret 
l'envie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
envies
Παραδείγματα
Son succès a suscité l'envie de ses collègues. 

Η επιτυχία του προκάλεσε τον φθόνο των συναδέλφων του.

02

επιθυμία, πόθος

désir de posséder, de faire ou d'obtenir quelque chose 
l'envie definition and meaning
Παραδείγματα
Elle a une forte envie de voyager. 

Έχει μια ισχυρή επιθυμία να ταξιδέψει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store