Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'enterrement
[gender: masculine]
01
κηδεία, ταφή
cérémonie au cours de laquelle on met le corps d'un défunt en terre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
enterrements
Παραδείγματα
Après l' enterrement, les proches se sont réunis chez la veuve.
Μετά την κηδεία, οι συγγενείς συγκεντρώθηκαν στο σπίτι της χήρας.
02
ταφή, θάψιμο
action de cacher, d'abandonner ou de faire disparaître discrètement un projet, un dossier, une idée ou une affaire
Παραδείγματα
On parle souvent d' enterrement médiatique quand un sujet disparaît des journaux.
Συχνά μιλάμε για μέσα ταφής όταν ένα θέμα εξαφανίζεται από τις εφημερίδες.



























