enrichir
enrichir
ɑ̃ʁiʃiʁ
aarishir

Ορισμός και σημασία του "enrichir"στα γαλλικά

enrichir
01

εμπλουτίζω, βελτιώνω

rendre quelque chose plus riche, plus complet ou plus intéressant 
enrichir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enrichis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enrichissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enrichirai
ενεστώτα μετοχή
enrichissant
παθητική μετοχή
enrichi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enrichissions
Παραδείγματα
Ce livre a enrichi mes connaissances. 

Εμπλουτίζω εμπλούτισε τις γνώσεις μου.

02

εμπλουτίζομαι, γίνομαι πλούσιος

devenir plus riche, matériellement ou intellectuellement 
enrichir definition and meaning
Παραδείγματα
Il s'est enrichi grâce à ses investissements. 

Επλουτίστηκε χάρη στις επενδύσεις του.

03

πλουτίζω, γίνομαι πλούσιος

devenir riche en gagnant beaucoup d'argent 
enrichir definition and meaning
Παραδείγματα
Il rêve de s'enrichir rapidement. 

Ονειρεύεται να πλουτίσει γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store