Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enrichir
01
εμπλουτίζω, βελτιώνω
rendre quelque chose plus riche, plus complet ou plus intéressant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enrichis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enrichissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enrichirai
ενεστώτα μετοχή
enrichissant
παθητική μετοχή
enrichi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enrichissions
Παραδείγματα
Ce livre a enrichi mes connaissances.
Εμπλουτίζω εμπλούτισε τις γνώσεις μου.
02
εμπλουτίζομαι, γίνομαι πλούσιος
devenir plus riche, matériellement ou intellectuellement
Παραδείγματα
Il s'est enrichi grâce à ses investissements.
Επλουτίστηκε χάρη στις επενδύσεις του.
03
πλουτίζω, γίνομαι πλούσιος
devenir riche en gagnant beaucoup d'argent
Παραδείγματα
Il rêve de s'enrichir rapidement.
Ονειρεύεται να πλουτίσει γρήγορα.



























