Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enrichir
01
εμπλουτίζω, βελτιώνω
rendre quelque chose plus riche, plus complet ou plus intéressant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enrichis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enrichissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enrichirai
ενεστώτα μετοχή
enrichissant
παθητική μετοχή
enrichi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enrichissions
Παραδείγματα
Ce nouvel ingrédient enrichit le goût du plat.
Αυτό το νέο συστατικό εμπλουτίζει τη γεύση του πιάτου.
02
εμπλουτίζομαι, γίνομαι πλούσιος
devenir plus riche, matériellement ou intellectuellement
Παραδείγματα
Avec le temps, je me suis enrichi sur le plan personnel.
Με το πέρασμα του χρόνου, εμπλουτίστηκα σε προσωπικό επίπεδο.
03
πλουτίζω, γίνομαι πλούσιος
devenir riche en gagnant beaucoup d'argent
Παραδείγματα
Ils veulent s' enrichir en investissant dans l' immobilier.
Θέλουν να εξασφαλίσουν πλούτη επενδύοντας σε ακίνητα.



























