Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
engloutir
01
καταπίνω, καταβροχθίζω
faire disparaître quelque chose dans sa totalité, souvent en mangeant ou buvant
Παραδείγματα
Ils ont englouti la soupe chaude rapidement.
Κατάπιναν τη ζεστή σούπα γρήγορα.
02
καταπίνω, καταβροχθίζω
être complètement absorbé ou submergé par quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
engloutis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
engloutissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
engloutirai
παθητική μετοχή
englouti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
engloutissions
Παραδείγματα
Le brouillard a englouti le paysage.
Η ομίχλη κατάπιε το τοπίο.
03
καταβροχθίζω, καταναλώνω
absorber ou consommer quelque chose très rapidement, souvent de l'argent ou des ressources
Παραδείγματα
Les études ont englouti son temps libre.
Οι σπουδές κατάπιε τον ελεύθερο χρόνο του.



























