Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
engloutir
01
καταπίνω, καταβροχθίζω
faire disparaître quelque chose dans sa totalité, souvent en mangeant ou buvant
Παραδείγματα
Il a englouti son repas en quelques minutes.
Κατάπιε το γεύμα του σε λίγα λεπτά.
02
καταπίνω, καταβροχθίζω
être complètement absorbé ou submergé par quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
engloutis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
engloutissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
engloutirai
παθητική μετοχή
englouti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
engloutissions
Παραδείγματα
La mer a englouti le bateau.
Η θάλασσα κατάπιε τη βάρκα.
03
καταβροχθίζω, καταναλώνω
absorber ou consommer quelque chose très rapidement, souvent de l'argent ou des ressources
Παραδείγματα
Le projet a englouti tout le budget prévu.
Το έργο κατάπιε ολόκληρο τον προγραμματισμένο προϋπολογισμό.



























