Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enfoncer
01
σπάζω, πατάω
faire céder avec force (une porte, une fenêtre)
Παραδείγματα
Les voleurs ont enfoncé la porte d'entrée.
Οι κλέφτες έσπασαν την μπροστινή πόρτα.
02
συντρίβω, καταστρέφω
vaincre complètement, dominer de manière écrasante
Παραδείγματα
Notre équipe a enfoncé l'adversaire 5-0.
Η ομάδα μας κατέστρεψε τον αντίπαλο 5-0.
03
σφηνώνω, καταχώνω
faire pénétrer avec force dans quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enfonce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enfonçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enfoncerai
ενεστώτα μετοχή
enfonçant
παθητική μετοχή
enfoncé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enfoncions
Παραδείγματα
Il enfonce le clou avec un marteau.
Χτυπά το καρφί με ένα σφυρί.



























