Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enfoncer
01
σπάζω, πατάω
faire céder avec force (une porte, une fenêtre)
Παραδείγματα
L' ouragan a enfoncé les volets en bois de la maison.
Ο τυφώνας enfoncé τα ξύλινα παντζούρια του σπιτιού.
02
συντρίβω, καταστρέφω
vaincre complètement, dominer de manière écrasante
Παραδείγματα
Le scandale a enfoncé le candidat aux élections.
Το σκάνδαλο συντρίβει τον υποψήφιο στις εκλογές.
03
σφηνώνω, καταχώνω
faire pénétrer avec force dans quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enfonce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enfonçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enfoncerai
ενεστώτα μετοχή
enfonçant
παθητική μετοχή
enfoncé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enfoncions
Παραδείγματα
Le jardinier enfonce les piquets pour délimiter le potager.
Ο κηπουρός σφηνώνει τους πασσάλους για να οριοθετήσει τον λαχανόκηπο.



























