l'endurance
endurance
ɑ̃dyʁɑ̃s
aadyraas

Ορισμός και σημασία του "endurance"στα γαλλικά

01

αντοχή, υπομονή

capacité à supporter la fatigue ou les efforts prolongés 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'endurance est importante pour les coureurs de fond. 

Η αντοχή είναι σημαντική για τους δρομείς μεγάλων αποστάσεων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

endurance
endure
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store