Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'endurance
01
αντοχή, υπομονή
capacité à supporter la fatigue ou les efforts prolongés
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'endurance est importante pour les coureurs de fond.
Η αντοχή είναι σημαντική για τους δρομείς μεγάλων αποστάσεων.



























