Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emprisonner
01
φυλακίζω, εγκλείω
mettre quelqu'un en prison comme punition ou mesure de sécurité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
emprisonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
emprisonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
emprisonnerai
ενεστώτα μετοχή
emprisonnant
παθητική μετοχή
emprisonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
emprisonnions
Παραδείγματα
Les autorités ont emprisonné plusieurs manifestants.
Οι αρχές φυλάκισαν αρκετούς διαδηλωτές.
02
φυλακίζω, εγκλείω
serrer ou enfermer quelque chose de manière à ce qu'il n'ait plus de liberté de mouvement
Παραδείγματα
Le filet emprisonnait le poisson.
Το δίχτυ φυλάκιζε το ψάρι.



























