l'employeur
employeur
ɑ̃plwajœʁ
aaplvayoer

Ορισμός και σημασία του "employeur"στα γαλλικά

01

εργοδότης, αφεντικό

personne ou organisation qui donne du travail à quelqu'un en échange d'un salaire 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
employeurs
αρσενικό ενικό
employeur
θηλυκό ενικό
employeuse
neutral form
employeur
Παραδείγματα
L'employeur signe le contrat avec le salarié. 

Ο εργοδότης υπογράφει τη σύμβαση με τον εργαζόμενο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store