Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'empire
01
αυτοκρατορία, κυριαρχία
autorité ou pouvoir exercé sur des personnes ou des territoires
Παραδείγματα
L'empire du roi s'étendait sur plusieurs régions.
Η αυτοκρατορία του βασιλιά εκτεινόταν σε πολλές περιοχές.
02
αυτοκρατορία, βασίλειο
vaste territoire ou ensemble de territoires gouverné par un empereur ou un pouvoir central
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
empires
Παραδείγματα
L'empire romain s'étendait sur une grande partie de l'Europe.
Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εκτεινόταν σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.



























