efforcer
Pronunciation
/efɔʁsˈe/

Ορισμός και σημασία του "efforcer"στα γαλλικά

efforcer
01

προσπαθώ, αγωνίζομαι

faire de son mieux ou mettre toute son énergie pour atteindre un objectif
efforcer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
efforce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
efforçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
efforcerai
ενεστώτα μετοχή
efforçant
παθητική μετοχή
efforcé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
efforcions
Παραδείγματα
Je m' efforce de rester calme dans les situations difficiles.
Προσπαθώ να παραμένω ήρεμος σε δύσκολες καταστάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store