Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dîner
01
δειπνώ, τρώω βραδινό
manger le repas du soir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dîne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dînons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dînerai
ενεστώτα μετοχή
dînant
παθητική μετοχή
dîné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dînions
Παραδείγματα
On va dîner au restaurant ce soir.
Θα πάμε να δειπνήσουμε στο εστιατόριο απόψε.
Le dîner
[gender: masculine]
01
βραδινό, γεύμα το βράδυ
repas pris le soir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dîners
Παραδείγματα
Après le dîner, ils sont allés faire une promenade.
Μετά το δείπνο, πήγαν για βόλτα.



























