Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dévisser
01
ξεβιδώνω, αποσυνδέω
enlever ou desserrer en tournant dans le sens inverse des aiguilles d'une montre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dévisse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dévissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dévisserai
παθητική μετοχή
dévissé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dévissions
Παραδείγματα
J'ai dévissé le bouchon de la bouteille avec difficulté.
Ξεβίδασα το καπάκι του μπουκαλιού με δυσκολία.
02
ξεβιδώνω, ανοίγω περιστρέφοντας
ouvrir quelque chose en tournant son couvercle ou sa partie supérieure
Παραδείγματα
Il a dévissé le couvercle du pot de confiture.
Αυτός ξεβίδωσε το καπάκι του βάζου με μαρμελάδα.



























