Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
développer
01
αναπτύσσω, επεκτείνω
augmenter la taille , la quantité ou l'importance de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
développe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
développons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
développerai
ενεστώτα μετοχή
développant
παθητική μετοχή
développé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
développions
Παραδείγματα
L'entreprise développe son marché à l'étranger.
Η εταιρεία αναπτύσσει την αγορά της στο εξωτερικό.
02
αναπτύσσομαι, ανθίζω
se réaliser pleinement, se perfectionner ou prendre de l'importance
Παραδείγματα
La culture locale se développe dans cette région.
Η τοπική κουλτούρα αναπτύσσεται σε αυτήν την περιοχή.
03
αναπτύσσομαι, μεγαλώνω
augmenter naturellement en taille, en nombre ou en force
Παραδείγματα
La ville se développe rapidement.
Η πόλη αναπτύσσεται γρήγορα.
04
εξελίσσω, επεξεργάζομαι
rendre visible une image sur un film ou papier photo
Παραδείγματα
Elle développe ses photos dans le laboratoire.
Αυτή εξελίσσει τις φωτογραφίες της στο εργαστήριο.
05
αναπτύσσω, εξηγώ λεπτομερώς
présenter quelque chose en détail ou clarifier une idée
Παραδείγματα
Le professeur développe ses idées pendant le cours .
Ο δάσκαλος αναπτύσσει τις ιδέες του κατά τη διάρκεια του μαθήματος.



























