Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
détruire
01
καταστρέφω, αφανίζω
abîmer ou réduire complètement un objet, un bâtiment ou un lieu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
détruis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
détruisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
détruirai
ενεστώτα μετοχή
détruisant
παθητική μετοχή
détruit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
détruisions
Παραδείγματα
La tempête a détruit les cultures dans la vallée.
Η καταιγίδα κατέστρεψε τις καλλιέργειες στην κοιλάδα.
02
καταστρέφω, εξαλείφω
anéantir, effacer ou supprimer quelque chose complètement
Παραδείγματα
Le scandale a détruit la réputation de l' entreprise.
Το σκάνδαλο κατέστρεψε τη φήμη της εταιρείας.
03
αυτοκαταστρέφομαι, καταστρέφω τον εαυτό μου
mettre sa propre vie en danger ou se nuire gravement à soi-même
Παραδείγματα
Se détruire ainsi n' est pas une solution aux problèmes.
Να καταστρέφεις τον εαυτό σου έτσι δεν είναι λύση στα προβλήματα.



























