Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La détresse
[gender: feminine]
01
αγωνία, απελπισία
état de grande souffrance ou de peine intense
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Ils ont agi rapidement pour soulager la détresse des sinistrés.
Ενεργούσαν γρήγορα για να ανακουφίσουν τη δυστυχία των θυμάτων της καταστροφής.
02
situation critique ou urgente nécessitant une aide immédiate
Παραδείγματα
La détresse médicale doit être traitée sans délai.



























