Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le détournement
01
παραπλάνηση, αλλαγή πορείας
action de changer la direction ou le parcours de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
détournements
Παραδείγματα
La route a été fermée pour permettre le détournement des véhicules.
Ο δρόμος έκλεισε για να επιτρέψει την παρακάμψη των οχημάτων.
02
παραπομπή, υπεξαίρεση
action de prendre illégalement de l'argent ou des biens qui appartiennent à quelqu'un d'autre
Παραδείγματα
Le détournement de fonds a entraîné la faillite de l' organisation.
Η υπεξαίρεση κεφαλαίων οδήγησε στη χρεοκοπία του οργανισμού.



























