dérangé
dérangé
deʁɑ̃:ʒe
deraazhe

Ορισμός και σημασία του "dérangé"στα γαλλικά

01

τρελός, διαταραγμένος ψυχικά

qui est mentalement perturbé ou étrange dans son comportement 
dérangé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus dérangé
συγκριτικός βαθμός
plus dérangé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dérangé
αρσενικό πληθυντικό
dérangés
θηλυκό ενικό
dérangée
θηλυκό πληθυντικό
dérangées
Παραδείγματα
Il se comporte de manière dérangée. 

Συμπεριφέρεται με διαταραγμένο τρόπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store