le dépôt
d
de
de
épôt
po
po
dépit

Ορισμός και σημασία του "dépôt"στα γαλλικά

01

αποθήκη, αποθηκευτικός χώρος

endroit où l'on stocke des marchandises ou des matériaux 
le dépôt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dépôts
Παραδείγματα
Les marchandises sont gardées dans un dépôt sécurisé. 

Τα εμπορεύματα φυλάσσονται σε ένα ασφαλές αποθήκη.

02

κατάθεση, αποθεματικό

action de placer de l'argent dans une banque ou un lieu sûr 
le dépôt definition and meaning
Παραδείγματα
J'ai fait un dépôt à la banque ce matin. 

Έκανα μια κατάθεση στην τράπεζα σήμερα το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store