dépêcher
Pronunciation
/depeʃe/

Ορισμός και σημασία του "dépêcher"στα γαλλικά

dépêcher
01

στέλνω γρήγορα, αποστέλλω

envoyer quelqu'un ou quelque chose rapidement
dépêcher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dépêche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dépêchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dépêcherai
παθητική μετοχή
dépêché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dépêchions
Παραδείγματα
Les secours ont été dépêchés immédiatement après l' appel.
Η βοήθεια αποστάλθηκε αμέσως μετά την κλήση.
02

βιάζομαι

faire quelque chose rapidement pour ne pas être en retard
dépêcher definition and meaning
Παραδείγματα
Dépêchons -nous, le magasin va fermer bientôt.
Ας βιαστούμε, το κατάστημα θα κλείσει σύντομα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store