Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dépêcher
01
στέλνω γρήγορα, αποστέλλω
envoyer quelqu'un ou quelque chose rapidement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dépêche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dépêchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dépêcherai
παθητική μετοχή
dépêché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dépêchions
Παραδείγματα
Le roi a dépêché un messager pour porter la nouvelle.
Ο βασιλιάς έστειλε έναν αγγελιοφόρο για να μεταφέρει τα νέα.
02
βιάζομαι
faire quelque chose rapidement pour ne pas être en retard
Παραδείγματα
Dépêche - toi , le train part dans cinq minutes !
Βιάσου, το τρένο αναχωρεί σε πέντε λεπτά.



























