Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déprimé
01
κατεβαλμένος, θλιμμένος
qui est triste, abattu ou affecté par la dépression
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus déprimé
συγκριτικός βαθμός
plus déprimé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
déprimé
αρσενικό πληθυντικό
déprimés
θηλυκό ενικό
déprimée
θηλυκό πληθυντικό
déprimées
Παραδείγματα
Il est déprimé depuis qu'il a perdu son emploi.
Είναι κατεθλημμένος από τότε που έχασε τη δουλειά του.



























