Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dépourvu
01
στερημένος, χωρίς
qui n'a pas quelque chose, qui est privé de
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus dépourvu
συγκριτικός βαθμός
plus dépourvu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dépourvu
αρσενικό πληθυντικό
dépourvus
θηλυκό ενικό
dépourvue
θηλυκό πληθυντικό
dépourvues
Παραδείγματα
Ce texte est dépourvu de fautes.
Αυτό το κείμενο είναι χωρίς λάθη.
02
στερημένος, χωρίς
qui est complètement sans quelque chose important
Παραδείγματα
Le village est dépourvu d' électricité.
Το χωριό είναι χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα.



























