dépourvu
Pronunciation
/depuʁvˈy/

Ορισμός και σημασία του "dépourvu"στα γαλλικά

01

στερημένος, χωρίς

qui n'a pas quelque chose, qui est privé de
dépourvu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus dépourvu
συγκριτικός βαθμός
plus dépourvu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dépourvu
αρσενικό πληθυντικό
dépourvus
θηλυκό ενικό
dépourvue
θηλυκό πληθυντικό
dépourvues
Παραδείγματα
Ce texte est dépourvu de fautes.
Αυτό το κείμενο είναι χωρίς λάθη.
02

στερημένος, χωρίς

qui est complètement sans quelque chose important
dépourvu definition and meaning
Παραδείγματα
Le village est dépourvu d' électricité.
Το χωριό είναι χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store