pité
de
de
pité
pite
pite
député

Ορισμός και σημασία του "dépité"στα γαλλικά

01

απογοητευμένος, πικραμένος

qui ressent de la contrariété ou de la déception à cause d'un échec ou d'une déception 
dépité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus dépité
συγκριτικός βαθμός
plus dépité
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dépité
αρσενικό πληθυντικό
dépités
θηλυκό ενικό
dépitée
θηλυκό πληθυντικό
dépitées
Παραδείγματα
Il était dépité de ne pas avoir été invité à la réunion. 

Ήταν dépité που δεν τον προσκάλεσαν στη συνάντηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store