Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dépité
01
απογοητευμένος, πικραμένος
qui ressent de la contrariété ou de la déception à cause d'un échec ou d'une déception
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus dépité
συγκριτικός βαθμός
plus dépité
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dépité
αρσενικό πληθυντικό
dépités
θηλυκό ενικό
dépitée
θηλυκό πληθυντικό
dépitées



























