dépenser
Pronunciation
/depɑ̃se/

Ορισμός και σημασία του "dépenser"στα γαλλικά

dépenser
01

ξοδεύω, δαπανώ

utiliser de l'argent pour acheter quelque chose
dépenser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dépense
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dépensons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dépenserai
ενεστώτα μετοχή
dépensant
παθητική μετοχή
dépensé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dépensions
Παραδείγματα
Ils veulent dépenser leur argent pour voyager.
Θέλουν να ξοδέψουν τα χρήματά τους για ταξίδια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store