Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dépenser
01
ξοδεύω, δαπανώ
utiliser de l'argent pour acheter quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dépense
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dépensons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dépenserai
ενεστώτα μετοχή
dépensant
παθητική μετοχή
dépensé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dépensions
Παραδείγματα
Ils veulent dépenser leur argent pour voyager.
Θέλουν να ξοδέψουν τα χρήματά τους για ταξίδια.



























