le dénouement
dénouement
denumɑ̃
denoomaa
dénuementdévouement

Ορισμός και σημασία του "dénouement"στα γαλλικά

Le dénouement
01

λύση, καταστροφή

résolution finale d'une intrigue 
le dénouement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dénouements
Παραδείγματα
Le dénouement de ce film est totalement inattendu. 

Η λύση αυτής της ταινίας είναι εντελώς απρόσμενη.

02

επίλυση, λήξη

résolution d'une situation complexe 
Παραδείγματα
Le dénouement de l'intrigue policière est ingénieux. 

Η λύση της αστυνομικής πλοκής είναι εφευρετική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store