Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le dénouement
01
λύση, καταστροφή
résolution finale d'une intrigue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dénouements
Παραδείγματα
Le dénouement de ce film est totalement inattendu.
Η λύση αυτής της ταινίας είναι εντελώς απρόσμενη.
02
επίλυση, λήξη
résolution d'une situation complexe
Παραδείγματα
Le dénouement de l'intrigue policière est ingénieux.
Η λύση της αστυνομικής πλοκής είναι εφευρετική.



























