Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dénoncer
01
καταγγέλλω, αναφέρω
révéler ou signaler un acte, souvent pour avertir l'autorité ou mettre en lumière une injustice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dénonce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dénonçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dénoncerai
ενεστώτα μετοχή
dénonçant
παθητική μετοχή
dénoncé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dénoncions
02
ακυρώνω, διαλύω
mettre fin officiellement à un accord, un contrat ou un traité



























