déménager
Pronunciation
/demenaʒe/

Ορισμός και σημασία του "déménager"στα γαλλικά

déménager
01

μετακομίζω, αλλάζω κατοικία

changer de logement ou de lieu de résidence
déménager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déménage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déménageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déménagerai
ενεστώτα μετοχή
déménageant
παθητική μετοχή
déménagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déménagions
Παραδείγματα
Je vais déménager dans un appartement plus grand.
Πρόκειται να μετακομίσω σε ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα.
02

μετακομίζω

déplacer quelque chose d'un endroit à un autre
déménager definition and meaning
Παραδείγματα
Elle a déménagé ses affaires dans une autre pièce.
Αυτή μετέφερε τα πράγματά της σε άλλο δωμάτιο.
03

τρελαίνομαι, χάνω τα λογικά μου

agir de manière folle ou désordonnée, perdre le contrôle
déménager definition and meaning
Παραδείγματα
Il a complètement déménagé hier soir.
Χθες το βράδυ τρελάθηκε εντελώς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store