Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déménager
01
μετακομίζω, αλλάζω κατοικία
changer de logement ou de lieu de résidence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déménage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déménageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déménagerai
ενεστώτα μετοχή
déménageant
παθητική μετοχή
déménagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déménagions
Παραδείγματα
Nous allons déménager la semaine prochaine.
Θα μετακομίσουμε την επόμενη εβδομάδα.
02
μετακομίζω
déplacer quelque chose d'un endroit à un autre
Παραδείγματα
Nous devons déménager les meubles du salon.
Πρέπει να μετακινήσουμε τα έπιπλα του καθιστικού.
03
τρελαίνομαι, χάνω τα λογικά μου
agir de manière folle ou désordonnée, perdre le contrôle
Παραδείγματα
Il a commencé à déménager après la mauvaise nouvelle.
Άρχισε να χάνει τον έλεγχο μετά την κακή είδηση.



























