délicieux
Pronunciation
/delisjø/

Ορισμός και σημασία του "délicieux"στα γαλλικά

délicieux
01

νόστιμος, εξαίσιος

qui a un goût très agréable
délicieux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus délicieux
συγκριτικός βαθμός
plus délicieux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
délicieux
αρσενικό πληθυντικό
délicieux
θηλυκό ενικό
délicieuse
θηλυκό πληθυντικό
délicieuses
Παραδείγματα
Le café ici est toujours délicieux.
Ο καφές εδώ είναι πάντα νόστιμος.
02

νόστιμος, γοητευτικός

qui procure un grand plaisir (non alimentaire)
délicieux definition and meaning
Παραδείγματα
Son sourire délicieux illumine toute la pièce.
Το γοητευτικό της χαμόγελο φωτίζει όλο το δωμάτιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store